Βασικό σημείο της θεωρίας των σοφιστών, οι οποίοι προέβαλλαν την ύλη ως κοσμολογική αρχή, ήταν ο ισχυρισμός τους πως δε θα έπρεπε να ενδιαφέρεται κανείς τόσο για την αναζήτηση της αλήθειας όσο για την πειθώ, για το πώς θα πείσει τους άλλους ότι εκείνο που υποστηρίζει είναι ακριβές. Λέγανε χαρακτηριστικά για τους σοφιστές ότι είχαν αναπτύξει σε τέτοιο βαθμό τη ρητορική ικανότητά τους, δηλαδή την τέχνη της πειθούς, ώστε ήταν σε θέση να παρουσιάσουν το μείζονα λόγο σαν ελλάσονα και, αντιστρόφως, τον ελλάσονα λόγο μείζονα, ότι μπορούσαν ένα ασήμαντο ζήτημα να το εμφανίσουν σαν σπουδαίο, και αντιστρόφως.
Η αδιαφορία τους για την αναζήτηση της αλήθειας οφειλόταν στην πεποίθησή τους ότι για κάθε ζήτημα δεν υπάρχει μια, αντικειμενικώς αναγνωρισμένη αλήθεια, αλλά πολλές αλήθειες. Από αυτές έχει το δικαίωμα να επιλέγει κανείς την αλήθεια εκείνη που εξυπηρετεί το συμφέρον του και ταιριάζει στα ενδιαφέροντα του και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει, δρα και σκέφτεται.